| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
cross out [sth], cross [sth] out vtr phrasal sep | (put a line through) (με γραμμή) | διαγράφω ρ μ |
| | (πιο περιγραφικά, πιο συγκεκριμένα) | τραβάω μια γραμμή σε κτ για να το διαγράψω περίφρ |
| | With a pencil you can erase; with a pen you have to cross out your mistakes. |
| | Cross out the wrong answers. |
| | Διαγράψτε τις λανθασμένες απαντήσεις. |
| | Με το μολύβι μπορείς να σβήσεις, με το στυλό πρέπει να τραβήξεις μια γραμμή για να διαγράψεις στα λάθη σου. |
Ο όρος 'cross out' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: